Η ιστορία του κλάδου της ψύξης στην Ελλάδα δεν γράφτηκε μόνο από τεχνικές εξελίξεις, αλλά και από ανθρώπους που πίστεψαν στη δύναμη της συλλογικής δράσης. Ο κ. Νίκος Μπιτσάκος, ένας από τους πρωτεργάτες της ίδρυσης του Συνεταιρισμού Επαγγελματιών Ψυκτικών Ελλάδος (Σ.Ε.Ψ.Ε.), μοιράζεται τις εμπειρίες του, τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, αλλά και τις στιγμές υπερηφάνειας που σηματοδότησαν τη διαδρομή του επαγγέλματος.
Κε Μπιτσάκο, όταν ξεκινήσατε να εργάζεστε ως Ψυκτικός, ποιες ήταν οι βασικές δυσκολίες της καθημερινής άσκησης του επαγγέλματος και τι ήταν αυτό που σας κράτησε σταθερά προσηλωμένο σε αυτό;
Θα ήθελα αρχικά να ευχαριστήσω το περιοδικό για τη δυνατότητα που μου δίνει να επικοινωνήσω με τους νεότερους συναδέλφους και να σας συγχαρώ για την προσπάθεια που καταβάλλετε, ώστε να παραμένει ζωντανό και να ενημερώνει συνεχώς τον κλάδο μας.
Ξεκίνησα την επαγγελματική μου πορεία το 1968, σε ηλικία 15 ετών, ως εκπαιδευόμενος τεχνίτης σε εταιρεία λευκών οικιακών συσκευών. Σε σύντομο χρονικό διάστημα ανέλαβα καθήκοντα τεχνικού επισκέπτη και το 1970 άρχισα να εργάζομαι σε αλιευτικά σκάφη που δραστηριοποιούνταν στη Βόρεια Αμερική και τη Δυτική Αφρική. Εκεί ασχολήθηκα με συστήματα ταχείας κατάψυξης και συντήρησης αλιευμάτων, χρησιμοποιώντας κυρίως αμμωνία και R22, ενώ το 1972 ανέλαβα θέση Α’ ψυκτικού και υπεύθυνου ηλεκτρολόγου.
Το 1977 άφησα τη θάλασσα και μαζί με τον αδελφό μου, Σπύρο, ανοίξαμε το πρώτο μας συνεργείο επισκευής επαγγελματικών ψυγείων, οικιακών συσκευών και εξοπλισμού πλοίων. Τα πρώτα χρόνια ήταν ιδιαίτερα απαιτητικά, καθώς αντιμετωπίζαμε έντονο ανταγωνισμό, έλλειψη ανταλλακτικών και υψηλό κόστος υλικών, γεγονός που συχνά μας οδηγούσε στο να επισκευάζουμε ακόμη και εξαρτήματα αντί να τα αντικαθιστούμε.
Από το 1980 επικεντρώθηκα περισσότερο στη βιομηχανική ψύξη, τις παγομηχανές και τα κεντρικά συστήματα κλιματισμού, ενώ τα επόμενα χρόνια δραστηριοποιήθηκα κυρίως στη συντήρηση και επισκευή μεγάλων εγκαταστάσεων σε δημόσια και ιδιωτικά κτίρια, όπως Νοσοκομεία, Πανεπιστήμια και άλλες υπηρεσίες.
Καθώς ο κύκλος εργασιών μεγάλωνε και οι απαιτήσεις αυξάνονταν, επέλεξα να δώσω ευκαιρίες σε νέους συνεργάτες με ήθος, τεχνική κατάρτιση, συνέπεια και εργατικότητα, τους οποίους έκανα συνεταίρους. Όταν αργότερα συνταξιοδοτήθηκα, ανέλαβαν πλήρως τη λειτουργία και τη διαχείριση της εταιρείας.
Αυτό που με κράτησε όλα αυτά τα χρόνια στο επάγγελμα ήταν η αγάπη για την τεχνική γνώση και οι άνθρωποι που συνάντησα στην πορεία μου και μοιράστηκαν απλόχερα την εμπειρία τους. Έτσι, η ψύξη από μια δουλειά έγινε για μένα τρόπος ζωής.

Ο κ. Μπιτσάκος, με τον κ. Παναγιώτη Τσουκαλά (αριστερά) και τον κ. Χρήστο Ζωγράφο (δεξιά)
στην CLIMATHERM 2012.
Πώς διαμορφώνονταν εκείνη την περίοδο οι συνθήκες εργασίας και σε τι στηριζόταν η λειτουργία του κλάδου; Υπήρχε κάποιο θεσμικό πλαίσιο που ρύθμιζε την άσκηση του επαγγέλματος;
Εκείνη την περίοδο ουσιαστικά δεν υπήρχε κάποιο θεσμικό πλαίσιο που να ρυθμίζει την άσκηση του επαγγέλματος. Στην πράξη, ο καθένας μπορούσε να δηλώνει ό,τι ήθελε και να δραστηριοποιείται στον χώρο, χωρίς συγκεκριμένους κανόνες και προϋποθέσεις.
Ευτυχώς όμως για τον κλάδο υπήρχαν πολλοί αξιόλογοι συνάδελφοι που, με προσωπικούς αγώνες και καθημερινές προσπάθειες κατάφερναν να στηρίζουν το επάγγελμα και να διατηρούν υψηλό επίπεδο επαγγελματισμού, παρά τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες της εποχής.
Περίπου το 1979 έμαθα για την ύπαρξη του Σωματείου Επαγγελματιών Ψυκτικών και Κλιματιστικών Εγκαταστάσεων Ελλάδος (Σ.Ε.Ψ.Κ.Ε.Ε.) και αποφάσισα να γίνω μέλος του. Η ένταξή μου στο Σωματείο με βοήθησε να αναπτύξω πιο συλλογικές και ουσιαστικές σχέσεις με τους συναδέλφους, λιγότερο ανταγωνιστικές και περισσότερο φιλικές. Η ανταλλαγή απόψεων, εμπειριών και τεχνικών γνώσεων μας έφερε πιο κοντά και συνέβαλε σημαντικά στη βελτίωση του κλάδου.
Μέσα από την συμμετοχή στα κλαδικά δρώμενα συνειδητοποίησα ότι οι κοινές αποφάσεις που προκύπτουν από τη συνεργασία είναι συχνά καλύτερες από εκείνες που παίρνει κάποιος μόνος του. Αυτή είναι, άλλωστε, και η ουσία της συλλογικότητας.
Ποιες εμπειρίες ή γεγονότα σας έκαναν να συνειδητοποιήσετε ότι ο κλάδος χρειαζόταν συλλογική οργάνωση και εκπροσώπηση;
Η ανάγκη για συλλογική οργάνωση προέκυψε κυρίως από το γεγονός ότι, εκείνη την εποχή, δεν υπήρχε κανένα ουσιαστικό θεσμικό πλαίσιο για το επάγγελμα του ψυκτικού. Για το κράτος, ουσιαστικά, το επάγγελμα δεν υπήρχε, δεν υπήρχαν άδειες άσκησης επαγγέλματος, ούτε έλεγχος για το ποιος μπορούσε να δραστηριοποιείται στον χώρο.
Την ίδια στιγμή όμως, οι τεχνικοί ψυκτικοί αναλάμβαναν ιδιαίτερα κρίσιμες ευθύνες. Συντηρούσαμε και επισκευάζαμε εξοπλισμό που σχετιζόταν με τη διατήρηση τροφίμων, φαρμάκων και αίματος, καθώς και συστήματα κλιματισμού σε χειρουργεία, μονάδες εντατικής θεραπείας και πολλούς ακόμη ευαίσθητους χώρους.
Αυτή η αντίφαση, να έχουμε τόσο σημαντικό ρόλο χωρίς θεσμική αναγνώριση, μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε ότι ο κλάδος έπρεπε να οργανωθεί συλλογικά. Ήταν πλέον αναγκαίο να υπάρξει εκπροσώπηση απέναντι στην Πολιτεία και την κοινωνία, ώστε να διεκδικήσουμε την επίσημη αναγνώριση του επαγγέλματος και να αναλάβουμε με υπευθυνότητα τον ρόλο και τις ευθύνες που μας αναλογούσαν.
Θυμάστε την πρώτη φορά που μιλήσατε δημόσια, σε εκδήλωση ή συνέλευση του Σ.Ε.Ψ.Κ.Ε.Ε.; Ποιο ήταν το κλίμα εκείνης της στιγμής και ποια συναισθήματα κυριαρχούσαν ενθουσιασμός, ευθύνη ή επιφυλακτικότητα;
Όταν έγινα μέλος του Σωματείου γνώρισα πολλούς συναδέλφους, αρκετά μεγαλύτερους και εμπειρότερους από εμένα. Ήταν άνθρωποι αξιόλογοι, με όραμα για τον κλάδο, οι οποίοι ουσιαστικά μου μετέδωσαν το «μικρόβιο» της συλλογικότητας. Μέσα από αυτούς κατάλαβα τους βασικούς στόχους που είχε τότε το Σωματείο, την αναγνώριση του επαγγέλματος από την Πολιτεία, ώστε ο κλάδος των Ψυκτικών να αποκτήσει επίσημη υπόσταση.
Οι Γενικές Συνελεύσεις είχαν έντονο κλίμα. Υπήρχε μεγάλος ενθουσιασμός για τις προσπάθειες που γίνονταν, αλλά και απογοήτευση, γιατί για πολλά χρόνια η Πολιτεία κρατούσε το θέμα «στον πάγο». Αυτό όμως, αντί να μας αποθαρρύνει, μας πείσμωνε ακόμη περισσότερο. Οργανώναμε εκστρατείες για την εγγραφή νέων μελών, ώστε να ενισχυθεί η δύναμη του Σωματείου και να αποκτήσουμε ισχυρότερη φωνή.
Σε κάποια στιγμή φτάσαμε ακόμη και στο σημείο να πραγματοποιήσουμε ειρηνική διαμαρτυρία έξω από το σπίτι του πρωθυπουργού, όπου επιδώσαμε ψήφισμα με τα αιτήματά μας. Όταν τελικά ήρθε η πρώτη θεσμική αναγνώριση και εκδόθηκαν οι πρώτες άδειες άσκησης επαγγέλματος, αποτέλεσμα των προσπαθειών των διοικήσεων και των μελών του Σωματείου, η ικανοποίηση όλων μας ήταν μεγάλη.
Ιδιαίτερα έντονα θυμάμαι το Συνέδριο στο Ζάππειο Μέγαρο, όπου φιλοξενήσαμε Ευρωπαίους συναδέλφους. Τα αποτελέσματα εκείνης της περιόδου μας γέμισαν χαρά και υπερηφάνεια, καθώς βλέπαμε ότι οι στόχοι μας επιτυγχάνονταν σταδιακά. Παράλληλα, θέταμε νέους στόχους, πολλοί από τους οποίους παραμένουν επίκαιροι μέχρι σήμερα, όπως η δια βίου μάθηση.
Στα επόμενα χρόνια υλοποιήθηκαν σημαντικές πρωτοβουλίες, η δημιουργία τοπικών Σωματείων σε όλη την Ελλάδα, η ίδρυση της Ομοσπονδίας, η συμμετοχή στη Γενική Συνομοσπονδία, η πιστοποίηση των τεχνικών και των εταιρειών, καθώς και η καθιέρωση του πλαισίου που δεν επιτρέπει την άσκηση του επαγγέλματος από μη αδειούχους και μη πιστοποιημένους τεχνικούς. Ένας ακόμη σημαντικός στόχος ήταν η δημιουργία Συνεταιρισμού, κάτι που επίσης καταφέραμε χάρη στην προσπάθεια και την αφοσίωση πολλών συναδέλφων.
Φυσικά, μέσα σε όλη αυτή τη διαδρομή υπήρχαν και ορισμένες αντιδράσεις ή επιφυλάξεις από συναδέλφους που ένιωθαν ανασφάλεια. Ήταν όμως λίγοι και, βλέποντας τα αποτελέσματα των συλλογικών προσπαθειών, τελικά συντάχθηκαν με το σύνολο. Αυτό που κυριαρχούσε τελικά ήταν η πίστη ότι μόνο μέσα από τη συλλογικότητα ο κλάδος μπορούσε να προχωρήσει μπροστά.
Καθώς τα χρόνια περνούσαν και οι προκλήσεις μεγάλωναν, υπήρξε μια τολμηρή απόφαση ή ένα ρίσκο που πήρατε, το οποίο άλλαξε ριζικά την πορεία της καριέρας σας;
Το 1989 πήρα μια τολμηρή επιχειρηματική απόφαση, επεκτάθηκα στην εμπορία κλιματιστικών μηχανημάτων τύπου split, παρότι η βασική μου ιδιότητα ήταν τεχνικός και όχι έμπορος. Δυστυχώς, η επιλογή αυτή αποδείχθηκε λανθασμένη. Κάποιοι επιτήδειοι με προσέγγισαν και, μεθοδικά, κατάφεραν να με εξαπατήσουν, προκαλώντας μου μια πολύ μεγάλη οικονομική ζημιά για τα δεδομένα της εποχής.
Αυτή η δύσκολη εμπειρία με οδήγησε να επανεξετάσω την πορεία μου. Αποφάσισα να εγκαταλείψω σταδιακά τον ιδιωτικό τομέα και να στραφώ περισσότερο σε έργα και συνεργασίες με το Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Χρειάστηκαν περίπου δέκα χρόνια σκληρής δουλειάς για να ξεπεράσω τις συνέπειες εκείνης της περιόδου. Ωστόσο, η εμπειρία αυτή μου έδωσε πολύτιμα μαθήματα και γνώσεις, τις οποίες αξιοποίησα αργότερα τόσο στην επιχείρησή μου όσο και στη συμμετοχή μου στον Συνεταιρισμό.
Οι τεχνολογικές αλλαγές και οι νέοι κανονισμοί έφεραν τελικά ανατροπές στον κλάδο, μεταβάλλοντας δεδομένα και ισορροπίες. Πώς βιώσατε αυτή τη μετάβαση σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο και με ποιες στρατηγικές ή εσωτερικές δυνάμεις καταφέρατε τελικά να προσαρμοστείτε και να παραμείνετε ανταγωνιστικός;
Η μετάβαση στις νέες τεχνολογίες και στους κανονισμούς δεν μας βρήκε απροετοίμαστους. Ως κλάδος είχαμε ήδη κάνει σημαντική δουλειά μέσα από εκπαιδευτικά σεμινάρια και συνεχή ενημέρωση των συναδέλφων, αρχικά για την έκδοση των αδειών άσκησης επαγγέλματος και αργότερα για τις διαδικασίες πιστοποίησης.
Όσοι συνάδελφοι εμπιστευτήκαμε και ακολουθήσαμε τις κατευθύνσεις του Σωματείου δεν αντιμετωπίσαμε ιδιαίτερα προβλήματα. Αντίθετα, σε αρκετές περιπτώσεις μειώθηκε προσωρινά ο ανταγωνισμός από όσους δεν είχαν προσαρμοστεί έγκαιρα στις νέες απαιτήσεις.
Παράλληλα, φροντίσαμε να ενημερώνουμε συστηματικά τις δημόσιες υπηρεσίες και τους φορείς με τους οποίους συνεργαζόμασταν, ώστε η ισχύουσα νομοθεσία να ενσωματωθεί ως βασική προϋπόθεση συμμετοχής στους δημόσιους διαγωνισμούς. Με αυτόν τον τρόπο διασφαλιζόταν ότι οι εργασίες θα ανατίθενται σε αδειοδοτημένους και πιστοποιημένους επαγγελματίες.
Σε επίπεδο επιχείρησης, ζήτησα από όλους τους συνεργάτες που είχαν το δικαίωμα να αποκτήσουν τις απαραίτητες άδειες και αργότερα τις πιστοποιήσεις να το κάνουν. Όσοι ανταποκρίθηκαν σε αυτή την προσπάθεια ανταμείφθηκαν ανάλογα. Η συνεχής ενημέρωση, η εκπαίδευση και η προσαρμοστικότητα ήταν τα βασικά στοιχεία που μας βοήθησαν να παραμείνουμε ανταγωνιστικοί μέσα σε ένα περιβάλλον που άλλαζε διαρκώς.
Πώς προέκυψε η πρωτοβουλία για τη δημιουργία του Σ.Ε.Ψ.Ε.; Ήταν αποτέλεσμα συγκυρίας ή ώριμης ανάγκης του κλάδου; Πώς πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνάντηση ίδρυσής του και ποιοι συμμετείχαν;
Για τη δημιουργία του Σ.Ε.Ψ.Ε. δεν μπορώ να έχω πλήρη εικόνα για τα πρώτα βήματα και την αρχική πρωτοβουλία, καθώς την περίοδο από το 1988 έως και το καλοκαίρι του 1989 βρισκόμουν στο εξωτερικό.
Ωστόσο, από όσα γνώρισα αργότερα, θεωρώ ότι η ίδρυση του ήταν αποτέλεσμα μιας ώριμης ανάγκης του κλάδου. Οι επαγγελματίες Ψυκτικοί αναζητούσαν τρόπους καλύτερης οργάνωσης, συνεργασίας και ενίσχυσης της επαγγελματικής τους δραστηριότητας μέσα από συλλογικές δομές.
Η δική μου γνώση και εμπλοκή στον Συνεταιρισμό ξεκινά ουσιαστικά από τη δεύτερη διοίκηση, στην οποία συμμετείχα και από εκείνο το σημείο και μετά είχα ενεργό ρόλο στην πορεία και τη λειτουργία του. Μέσα από αυτή τη συμμετοχή είχα την ευκαιρία να δω από κοντά την προσπάθεια που έγινε ώστε ο Συνεταιρισμός να αποτελέσει ένα ουσιαστικό εργαλείο στήριξης και ανάπτυξης για τους επαγγελματίες του κλάδου.

Στιγμιότυπο από τις εργασίες διαμόρφωσης του ιδιόκτητου κτηρίου του ΣΕΨΕ, κατά την περίοδο προετοιμασίας των εγκαταστάσεων.
Ποιες ήταν οι σημαντικότερες δυσκολίες που αντιμετωπίσατε κατά τη διαδικασία ίδρυσης και θεσμικής αναγνώρισης του Συνεταιρισμού; Υπήρξαν πιέσεις, αποθαρρύνσεις ή εσωτερικές διαφωνίες που έπρεπε να ξεπεραστούν;
Όταν εξελέγην στο δεύτερο Δ.Σ. του Συνεταιρισμού και ανέλαβα ταμίας, παραλάβαμε μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση. Το κτήριο στον Ταύρο ήταν άδειο από εμπορεύματα, το ταμείο αρνητικό και υπήρχε μια παραγγελία κλιματιστικών μηχανημάτων στον δρόμο, για την οποία η αποπληρωμή δεν είχε εξασφαλιστεί. Το βιβλίο συνεταιριστών ήταν απλώς μια σακούλα με χαρτάκια, ονοματεπώνυμα και αποδείξεις χρημάτων που είχαν καταβάλει οι πρώτοι μέτοχοι.
Στα πρώτα συμβούλια θέσαμε ένα φιλόδοξο πλάνο για τους επόμενους μήνες. Προτεραιότητα ήταν η προπώληση των κλιματιστικών και η είσπραξη των χρημάτων ώστε να εξοφληθεί η παραγγελία. Παράλληλα έπρεπε να οργανωθεί το μαγαζί: να έχουμε εμπορεύματα, προσωπικό, λογιστικό σύστημα και να γνωστοποιήσουμε στα μέλη τα εγκαίνια. Άλλος στόχος ήταν η δημιουργία κανονικού βιβλίου συνεταιριστών και η εφαρμογή μιας πολιτικής προμηθειών και πωλήσεων. Τέλος, αναζητούσαμε συνεχώς νέους συνεταιριστές, ώστε να αυξήσουμε το κεφάλαιο και τη δύναμη του Συνεταιρισμού.
Όλοι αυτοί οι στόχοι ήταν ιδιαίτερα φιλόδοξοι, ειδικά για εμάς που δεν είχαμε εμπειρία στο εμπόριο και παράλληλα διαχειριζόμασταν τις προσωπικές μας επιχειρήσεις. Χωριστήκαμε σε επιτροπές και αναλάβαμε καθημερινές εργασίες, τις οποίες φέρναμε όλοι εις πέρας με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και πείσμα, ώστε να καταφέρουμε να πραγματοποιήσουμε τα εγκαίνια τον Μάιο, στην αρχή της σεζόν.
Τα πρώτα εμπορεύματα αγοράστηκαν από εμπόρους του κλάδου που αρχικά δεν μας θεωρούσαν ανταγωνιστές, πιστεύοντας ότι θα γίνουμε απλώς ένα υποκατάστημα τους. Σχεδόν όλοι προσπάθησαν να μας αποθαρρύνουν, όμως η συλλογική δουλειά απέδειξε ότι όλα μπορούν να γίνουν. Σταδιακά καταφέραμε να πετύχουμε τους πρώτους στόχους και να ανεβάζουμε συνεχώς τον πήχη.
Καθώς ξεκινήσαμε τις εισαγωγές, επιβεβαιώσαμε ότι οι έμποροι έβγαζαν τεράστια κέρδη από τα προϊόντα, γεγονός που μας ενθάρρυνε. Ο Συνεταιρισμός μπορούσε να πουλά με λογικό καθαρό κέρδος και οι συνεταιριστές να αγοράζουν φθηνότερα. Αυτό ανάγκασε τους εμπόρους να μειώσουν τις τιμές.
Σημαντική δυσκολία ήταν επίσης ότι κάποια εργοστάσια του εξωτερικού δεν μας προμήθευαν λόγω δεσμευτικών συμφωνιών με Έλληνες εμπόρους αποκλειστικής αντιπροσώπευσης. Παράλληλα, το Δ.Σ. είχε λάβει μια άτυπη απόφαση, τα μέλη του να αγοράζουν όποιο προϊόν διέθετε ο Συνεταιρισμός, ανεξαρτήτως κόστους.
Τελικά, το μικρό μαγαζί στον Ταύρο αποδείχθηκε περιορισμένο και αποφασίστηκε η μεταφορά μας σε μεγαλύτερο πολυώροφο κατάστημα στην Κωνσταντινουπόλεως, για να μπορέσουμε να υποστηρίξουμε την ανάπτυξη του Συνεταιρισμού.

Ο τότε Πρόεδρος του ΣΕΨΕ, κ. Γιάννης Χανιωτάκης, κόβει την κορδέλα των εγκαινίων
στην είσοδο του κτηρίου, παρουσία των κ.κ. Νίκου Μπιτσάκου και Στέλιου Μαμαλάκη.
Υπήρξε μια καθοριστική στιγμή, μια Γενική Συνέλευση, διαπραγμάτευση ή έντονη αντιπαράθεση που αποτέλεσε σημείο καμπής για την πορεία του; Τι συνέβη, πώς το βιώσατε προσωπικά και ποια ήταν η πρώτη ουσιαστική κατάκτηση που σας έκανε να νιώσετε ότι η συλλογική προσπάθεια δικαιώθηκε; Παραμένει σήμερα ζωντανός ο λόγος της ίδρυσής του;
Καθώς τα χρόνια περνούσαν, ο κύκλος εργασιών του Συνεταιρισμού ανέβαινε συνεχώς. Τα κέρδη επενδύονταν σε νέα προϊόντα, οι συνεταιριστές αυξάνονταν και οι ανταγωνιστές άρχισαν να ανησυχούν. Τότε φάνηκε ξεκάθαρα η πρώτη ουσιαστική κατάκτηση, οι συνεταιριστές είχαν πλέον πρόσβαση σε εμπορεύματα με χαμηλότερες τιμές, ενώ όλοι οι Ψυκτικοί, ακόμη και όσοι δεν ήταν μέλη, επωφελούνταν από την πίεση των τιμών που καταφέραμε να επιβάλλουμε στην αγορά.
Παράλληλα, προέκυψε μια καθοριστική στιγμή για την πορεία μας, η ανάγκη να αποκτήσουμε δικό μας χώρο. Το κόστος του ενοικίου και ο περιορισμένος χώρος στο κατάστημα είχαν αρχίσει να μας πνίγουν. Ψάξαμε πολύ και καταλήξαμε στο κτίριο της οδού Σερβίων. Αν και υπήρχαν προβλήματα, όπως η έλλειψη parking και η είσοδος από μικρό δρόμο, κρίναμε ότι το πλεονέκτημα του άπλετου χώρου και η μηνιαία δόση περίπου στο ύψος του ενοικίου δικαιολογούσαν την αγορά.
Η πρόταση τέθηκε στο Δ.Σ. και στη Γενική Συνέλευση, όπου υπήρξαν έντονες αντιδράσεις και αντιπαραθέσεις, πολλές φορές κοντόφθαλμες κατά τη γνώμη μου. Τελικά, όμως, η απόφαση πάρθηκε κατά πλειοψηφία.
Προσωπικά, εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα πόσο μακριά είχαμε φτάσει από τα πρώτα μας βήματα στον Ταύρο. Μέσα από πολλές φουρτούνες, άγχη και σπαζοκεφαλιές, καταφέραμε να προσφέρουμε φτηνότερες τιμές στα προϊόντα, να κερδίσουμε τον σεβασμό των εμπόρων και να επιβεβαιώσουμε ότι η συλλογική προσπάθεια όχι μόνο δικαιώθηκε, αλλά είχε πλέον και διάρκεια. Ο λόγος της ίδρυσης του Συνεταιρισμού παραμένει ζωντανός, η ενίσχυση των Επαγγελματιών Ψυκτικών μέσα από συνεργασία, συλλογικότητα και υπευθυνότητα.

Στιγμιότυπο από τον αγιασμό που τελέστηκε στο πλαίσιο των εγκαινίων του κτηρίου τον Φεβρουάριο του 2011.
Οι τεχνολογικές εξελίξεις και οι περιβαλλοντικοί κανονισμοί άλλαξαν τα δεδομένα στον κλάδο. Πιστεύετε ότι ο Σ.Ε.Ψ.Ε. ανταποκρίθηκε ουσιαστικά και αποτελεσματικά στις νέες απαιτήσεις;
Όταν τα γεγονότα τρέχουν, πρέπει να τρέχεις ακόμη πιο γρήγορα. Ο Σ.Ε.Ψ.Ε. αντέδρασε ουσιαστικά και αποτελεσματικά στις τεχνολογικές εξελίξεις και τους νέους περιβαλλοντικούς κανονισμούς, γιατί όλοι γνωρίζαμε ότι, αν μείνεις πίσω, χάνεται ό,τι έχει επιτευχθεί με τόσο κόπο από όλους τους Ψυκτικούς της Ελλάδας. Η έγκαιρη προσαρμογή και η συνεχής ενημέρωση ήταν τα κλειδιά για να παραμείνει ο κλάδος δυνατός και ανταγωνιστικός.
Κοιτώντας συνολικά τη διαδρομή σας στον κλάδο και στον συνδικαλιστικό χώρο, ποιες στιγμές σάς γεμίζουν σήμερα μεγαλύτερη υπερηφάνεια και ποιες, ενδεχομένως, θα επιθυμούσατε να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά;
Οι στιγμές που με γεμίζουν μεγαλύτερη υπερηφάνεια είναι πολλές και καθοριστικές για τη διαδρομή μου στον κλάδο. Ξεκινώντας από την εγγραφή μου στο Σωματείο, που με έφερε κοντά σε συναδέλφους με όραμα, περνάει στην αναγνώρισή μου ως Ψυκτικός από την Πολιτεία και την Ε.Ε., στη δημιουργία του Σ.Ε.Ψ.Ε., στις πρώτες και επόμενες συμμετοχές του σε κλαδικές εκθέσεις, στην απόκτηση του «σπιτιού» του και καταλήγει στην εξυγίανση που επιτεύχθηκε από τα επόμενα Δ.Σ. του Συνεταιρισμού.
Η στιγμή που με στενοχώρησε περισσότερο ήταν όταν υπέβαλα τα χαρτιά μου για σύνταξη και μου αφαιρέθηκε η άδεια που με τόσο κόπο και αγώνα είχαμε κατακτήσει. Ήταν μια πικρή εμπειρία, αλλά παράλληλα με έκανε να εκτιμήσω ακόμη περισσότερο όλα όσα είχαν επιτευχθεί συλλογικά για τον κλάδο και το Σωματείο.

Ζωηρό το ενδιαφέρον των Συνεταιριστών κατά την εκλογική διαδικασία του Μαρτίου 2011.
Ποιο μήνυμα θα θέλατε να απευθύνετε στους νέους Ψυκτικούς σχετικά με τη σημασία της ενότητας, της επαγγελματικής δεοντολογίας και της συλλογικής εκπροσώπησης;
Το μήνυμα που θα ήθελα να απευθύνω στους νέους Ψυκτικούς είναι σαφές.
Ο συνάδελφος δεν είναι ανταγωνιστής, αλλά συνεργάτης, συναγωνιστής και συνοδοιπόρος. Αγαπάμε αυτό που κάνουμε και συντασσόμαστε με τα τοπικά Σωματεία, εφαρμόζοντας πάντα τις νομοθετικές διατάξεις που αφορούν το επάγγελμα.
Η βελτίωση των επαγγελματικών και οικονομικών δυνατοτήτων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις αγορές υλικών και ανταλλακτικών, γι’ αυτό ένα σημαντικό μέρος αυτών καλό είναι να προέρχονται από τον Συνεταιρισμό, ενώ παράλληλα είναι σημαντική η ενεργή συμμετοχή στις Γενικές Συνελεύσεις και, όπου είναι δυνατόν, στα Δ.Σ. του Συνεταιρισμού.
Ακολουθώντας αυτά, δεν θα είμαστε απλοί κομπάρσοι στον κλάδο, συμβάλλουμε κι εμείς με το δικό μας λιθαράκι στην οικοδόμηση ενός δυνατού και συνεκτικού επαγγέλματος που κτίζεται εδώ και πενήντα χρόνια.
Η πορεία του κ. Μπιτσάκου δεν είναι μόνο προσωπική διαδρομή, αλλά και ζωντανό παράδειγμα για τον κλάδο, όπου η τεχνική αρτιότητα συνδυάστηκε με το όραμα για συλλογική εκπροσώπηση. Οι εμπειρίες, οι δυσκολίες, και οι επιτυχίες του Σ.Ε.Ψ.Ε. αποτελούν παρακαταθήκη για τις νέες γενιές επαγγελματιών που καλούνται να συνεχίσουν αυτό το έργο.
Θέλω, κ. Μπιτσάκο, να σας ευχαριστήσω θερμά για τον χρόνο σας και τη διάθεση να μοιραστεί μαζί μας τις εμπειρίες σας, που φωτίζουν την ιστορία και τις προοπτικές του κλάδου.

