Γράφει ο Σταυρουλάκης Αρτ. Κωνσταντίνος
Οικονομολόγος Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσ/κης
D – E c o n Σταυρουλάκης Κων/νος και Συνεργάτες .
Λογιστής / Φοροτεχνικός – Σύμβουλος ΕπιχειρήσεωνΗ σύγχρονη ελεγκτική πρακτική δεν περιορίζεται πλέον στην καταγραφή της παράβασης, αλλά επεκτείνεται στη διαδρομή του χρήματος, αναδεικνύοντας τη σημασία της διάκρισης μεταξύ «πηγής» και «νομιμοποίησης» των παράνομων εσόδων.
Ο τίτλος του άρθρου αποτελεί, στην ουσία, ένα πολύ σημαντικό ερώτημα. Ωστόσο για να γίνει κατανοητό, πρέπει πρώτα να ξεκινήσουμε πρώτα με την αποσαφήνιση ορισμένων εννοιών, τις οποίες φοβάμαι ότι πολλοί δεν έχουν κατανοήσει επαρκώς ή, για να το θέσω καλύτερα, θεωρούν λανθασμένα πως είναι το ίδιο πράγμα.
Στη δημόσια συζήτηση για την οικονομική παραβατικότητα, δύο έννοιες εξακολουθούν να συγχέονται, η “πηγή του μαύρου χρήματος” και η “νομιμοποίησή” του. Η διάκριση μεταξύ τους δεν είναι απλώς θεωρητική, αποτελεί βασική προϋπόθεση για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν σήμερα οι ελεγκτικοί μηχανισμοί.
Η φοροδιαφυγή συνίσταται στην παράνομη αποφυγή καταβολής φόρων, μέσω πρακτικών όπως η απόκρυψη εισοδημάτων ή η μη έκδοση φορολογικών στοιχείων. Μαζί με άλλες παράνομες δραστηριότητες, όπως η διαφθορά, η δωροδοκία ή το λαθρεμπόριο, συγκροτεί την “πηγή” του λεγόμενου μαύρου χρήματος.
Αντίθετα, η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες αφορά το επόμενο στάδιο, τη διαδικασία μέσω της οποίας επιχειρείται να προσδοθεί νομιμοφανής χαρακτήρας σε χρήματα παράνομης προέλευσης.
Οι σχετικές ενέργειες μπορεί να εμφανίζονται, ενδεικτικά, με τις ακόλουθες μορφές:
- Κινήσεις μετρητών:
Καταθέσεις μεγάλων ποσών χωρίς σαφή προέλευση, “σπάσιμο” ποσών σε μικρότερες καταθέσεις, συχνές καταθέσεις από διαφορετικά άτομα στον ίδιο λογαριασμό.
- Τραπεζικές συναλλαγές:
Συνεχείς μεταφορές μεταξύ πολλών λογαριασμών, χρήση λογαριασμών τρίτων χωρίς εμφανή λόγο, διεθνείς μεταφορές σε χώρες αυξημένου κινδύνου. - Χρήση εταιρειών:
Δημιουργία εταιρειών χωρίς ουσιαστική δραστηριότητα, εικονικά τιμολόγια ή υπερτιμολογήσεις, κυκλικές συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών. - Ακίνητα και επενδύσεις:
Αγορά ακινήτων με μετρητά ή μέσω τρίτων, πώληση σε τιμές που αποκλίνουν σημαντικά από την πραγματική αξία, συχνές αγοραπωλησίες χωρίς εμφανή οικονομική λογική. - Επαγγελματικές πρακτικές:
Δήλωση εσόδων που δεν αντιστοιχούν σε πραγματική δραστηριότητα, “φουσκωμένος” τζίρος χωρίς αντίστοιχη οικονομική κίνηση, χρήση POS άλλου επαγγελματία. - Διεθνείς δομές:
Χρήση εταιρειών χωρίς ουσιαστική δραστηριότητα, πολύπλοκες εταιρικές δομές χωρίς οικονομική αναγκαιότητα, μεταφορά χρημάτων μέσω πολλών χωρών χωρίς προφανή λόγο. - Κάλυψη προέλευσης χρημάτων:
Εικονικά δάνεια μεταξύ ιδιωτών, ψευδείς δωρεές ή γονικές παροχές, εμφάνιση χρημάτων ως “κέρδη” από ανύπαρκτες δραστηριότητες. - Μη εξόφληση υποχρεώσεων προς το Δημόσιο:
Η χρήση ποσών που δεν έχουν αποδοθεί στο Δημόσιο σε άλλες συναλλαγές ενδέχεται, υπό προϋποθέσεις, να συνδεθεί με ζητήματα νομιμοποίησης εσόδων, ιδίως όταν συντρέχουν τα κριτήρια που θέτει η εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία.
Συνεπώς, η “Πηγή του Μαύρου Χρήματος” αποτελεί εντελώς διαφορετική έννοια από το “Ξέπλυμά” του. Επιπλέον, η φράση “Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος” δεν συνδέεται πλέον με την παλαιότερη αντίληψη που το περιόριζε αποκλειστικά σε ακραία παράνομες δραστηριότητες. Αντιθέτως, είναι πλέον σαφές ότι ακόμη και φαινομενικά απλές συναλλαγές μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να χαρακτηριστούν ως ξέπλυμα μαύρου χρήματος, εφόσον συνδέονται με απόκρυψη ή νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα.
Αφού γίνει κατανοητή αυτή η διάκριση, μπορούμε να αντιληφθούμε γιατί οι φορολογικοί έλεγχοι έχουν στρέψει την προσοχή τους στη δεύτερη πρακτική, δηλαδή στο ξέπλυμα μαύρου χρήματος. Αυτό γίνεται ακόμη πιο κατανοητό μέσα από την απλή λογική του παραδείγματος που ακολουθεί:
Μια επιχείρηση μπορεί να προβαίνει σε φοροδιαφυγή μη εκδίδοντας αποδείξεις για επαναλαμβανόμενες συναλλαγές μικρής αξίας. Με την πάροδο του χρόνου, οι συναλλαγές αυτές συσσωρεύονται και δημιουργούν σημαντικό ποσό μη δηλωθέντων εσόδων.
Τα χρήματα αυτά, εφόσον προέρχονται από μη δηλωμένη δραστηριότητα, δεν εμφανίζονται στα φορολογικά στοιχεία της επιχείρησης. Εάν στη συνέχεια χρησιμοποιηθούν για την αγορά ακινήτου, για κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό, για ίδρυση εταιρείας ή για οποιαδήποτε άλλη οικονομική κίνηση που απαιτεί δικαιολόγηση προέλευσης κεφαλαίων, τότε ενδέχεται να χαρακτηριστούν ως ξέπλυμα μαύρου χρήματος, καθώς επιχειρείται η ένταξή τους στη νόμιμη οικονομική κυκλοφορία χωρίς να αιτιολογείται η προέλευσή τους.
Με βάση αυτή τη λογική, τίθεται το εξής ερώτημα: τι είναι πιο αποτελεσματικό για έναν ελεγκτικό μηχανισμό; Η διαρκής παρακολούθηση κάθε επιμέρους πράξης φοροδιαφυγής σε μεγάλο πλήθος συναλλαγών ή ο εντοπισμός της τελικής κίνησης κατά την οποία τα συγκεντρωμένα αδήλωτα ποσά επιχειρείται να νομιμοποιηθούν μέσω μιας ή λίγων οικονομικών πράξεων;
Εύλογα θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα, μήπως αυτό σημαίνει ότι θα εγκαταλειφθεί ο έλεγχος της φοροδιαφυγής και θα δοθεί έμφαση αποκλειστικά στον έλεγχο του ξεπλύματος μαύρου χρήματος; Η απάντηση είναι αρνητική. Ο έλεγχος θα συνεχίσει να υφίσταται και στο επίπεδο της προέλευσης των εισοδημάτων, όπως στη φοροδιαφυγή, ωστόσο η ουσιαστική ανάλυση και η ανίχνευση των κινήσεων θα υποστηρίζεται πλέον σε μεγάλο βαθμό από τα διαθέσιμα ψηφιακά συστήματα και τις διασταυρώσεις δεδομένων, τα οποία επιτρέπουν πιο αποτελεσματική παρακολούθηση των συναλλαγών.
Και ο σχεδιασμός δεν σταματά εδώ. Έχει προβλεφθεί ότι, στο πλαίσιο του ελέγχου του ξεπλύματος μαύρου χρήματος, ευθύνες μπορούν να αποδοθούν και σε επαγγελματίες που συνεργάζονται με επιχειρήσεις, όταν έχουν γνώση ύποπτων πρακτικών και δεν προβαίνουν στις απαιτούμενες ενέργειες αναφοράς. Έτσι, προβλέπεται εμπλοκή σε επίπεδο ευθύνης για επαγγελματίες του χρηματοπιστωτικού τομέα, συμβούλους και νομικούς, καθώς και για επαγγελματίες που συμμετέχουν σε πράξεις μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων ή σύνταξης συμβολαίων, όπως και για μεσολαβητές συναλλαγών ακινήτων και επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην εμπορία υψηλής αξίας αγαθών.
Η σχετική λίστα δεν είναι στατική, καθώς διαρκώς εξετάζεται η πιθανότητα διεύρυνσής της, ανάλογα με την εξέλιξη των μορφών οικονομικής δραστηριότητας και των κινδύνων που εντοπίζονται στην αγορά.
Όλο αυτό το σχέδιο, όπως έχει αναπτυχθεί, έχει εκτινάξει την αυστηρότητα του ελέγχου σε πολύ υψηλό επίπεδο και, εφόσον βασιστεί σε οργανωμένες, εντατικά προετοιμασμένες και συστηματικά ελεγμένες πρακτικές, ενδέχεται να οδηγήσει σύντομα σε μια διαφορετική πραγματικότητα. Αν όμως ο σχεδιασμός δεν εφαρμοστεί με την απαιτούμενη συνέπεια και αποτελεσματικότητα, τότε οι συνέπειες του εγχειρήματος μπορεί να είναι ιδιαίτερα σοβαρές για ορισμένους εμπλεκόμενους (μεταξύ αυτών και οι προαναφερόμενοι συνεργάτες των επιχειρήσεων), ενώ άλλοι υπαίτιοι ενδέχεται να παραμένουν ανενόχλητοι στην καθημερινότητά τους, σχολιάζοντας με άνεση τη ζωή και τις εξελίξεις.

